|
ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΑΔΡΟΜΗ |
|
| ΑΡΧΑΙΑ ΑΙΞΩΝΗ Στην περιοχή που σήμερα απλώνεται ο πολυάνθρωπος δήμος της Γλυφάδας με τις επαύλεις, τις πολυκατοικίες, τα πολυτελή ξενοδοχεία και τις οργανωμένες εγκαταστάσεις αναψυχής και παραθερισμού, εκτεινόταν στην αρχαιότητα ο Δήμος της Αιξωνής. Η περιοχή είχε έντονο αγροτικό χαρακτήρα ως τα τέλη του περασμένου αιώνα. Ονομαστή ήταν η Αιξωνή για τη νοστιμιά ενός είδους ψαριού, της Αιξωνικής Τρίγλης, που αλιευόταν στη θάλασσά της. Η αλιεία και οι γεωργικές καλλιέργειες ήταν οι βάσεις της οικονομικής άνθησης της περιοχής, που υπήρξε από τους πλουσιότερους δήμους της Αθήνας.
Ο μεγάλος αττικός δήμος της Αιξωνής ανήκε, σύμφωνα με τη διαίρεση του Κλεισθένη, στην παραλιακή τριττό της Κεκροπίδος φυλής. Ο αρχαίος γεωγράφος Στράβων (67 π.Χ. - 23 μ.Χ.) περιγράφοντας τους δήμους της δυτικής Αττικής με τη σειρά από το Φάληρο ως το Σούνιο, αναφέρει την Αιξωνή μεταξύ του Αλιμούντος και των Αλών Αιξωνίδων. Με βάση αυτά τα στοιχεία είναι δυνατό να υπολογιστεί περίπου η έκταση του δήμου της Αιξωνής, αν και τα όριά του δεν έχουν προσδιοριστεί με ακρίβεια. Το όρος του Υμηττού και η θάλασσα αποτελούσαν οπωσδήποτε τα φυσικά του όρια αντίστοιχα προς τα ανατολικά και τα δυτικά. Το βόρειο όριό του ακολουθούσε μάλλον κάποιο από τα μεγάλα ρέματα του Υμηττού, που αρχίζουν από τη θέση «Γυρισμός» και καταλήγουν στη θάλασσα κοντά στο Ελληνικό. Το νότιο όριό του πρέπει, εφόσον κατά το Στράβωνα η Αιξωνή έφτανε απέναντι από την Υδρούσσα, να περιλάμβανε και τμήμα της σημερινής Βούλας. Εδώ, πάλι κάποιο φυσικό όριο, όπως η κοίτη ενός από τα ρέματα του Υμηττού κάπου μεταξύ Βούλας και Άνω Βούλας, θα αποτελούσε το σύνορο με το γειτονικό δήμο των Αλών Αιξωνίδων.
Η περιοχή της Αιξωνής κατοικήθηκε, σύμφωνα με τις ενδείξεις, σε όλες τις περιόδους της αρχαιότητας, από την προϊστορική εποχή ως τα βυζαντινά χρόνια. Η χερσόνησος της Πούντας περιλαμβάνεται στις θέσεις της Αττικής που κατοικήθηκαν στα νεολιθικά χρόνια (6000 - 2800 π.Χ.) αν και δεν είναι γνωστά κτιριακά λείψανα αυτής της περιόδου. Στην πρωτοελλαδική εποχή (2800 - 2000 π.Χ.) ανήκει τάφος που βρέθηκε κοντά στην παραλία στα νότια της Πούντας. Φαίνεται ότι κάπου εκεί υπήρχε παραθαλάσσιος πρωτοελλαδικός οικισμός με το νεκροταφείο του. Βέβαιη θεωρείται η ύπαρξη (1) μυκηναϊκού οικισμού, στον οποίο πρέπει να ανήκε νεκροταφείο της υστεροελλαδικής ΙΙΙ Β-Γ περιόδου (1300-1150 π.Χ.), που αποκαλύφθηκε (2) στην Αλυκή, στα ανατολικά της Πούντας. Κτίσματα των μυκηναϊκών χρόνων είχαν καταγραφεί παλαιότερα σε ύψωμα πάνω από τον Αγ. Νικόλαο, στις πλαγιές του Υμηττού, στα αριστερά της χαράδρας του «Γυρισμού». Τα λείψανα αυτά δεν εντοπίστηκαν σε νεότερες έρευνες. Η Αιξωνή θεωρείται ότι αποτελούσε τη δωδέκατη πόλη του Θησέα, της οποίας το όνομα είχε παραλειφθεί από το σχετικό κατάλογο του Φιλοχόρου, που διασώζει ο Στράβων. Αγγεία της γεωμετικής περιόδου (9ος - 8ος αι. π.Χ.), που βρέθηκαν στην Αλυκή μαζί με τα μυκηναϊκά, δείχνουν ότι η κατοίκηση συνεχίστηκε χωρίς διακοπή και μετά το τέλος της Εποχής του Χαλκού. Κατά τους αρχαϊκούς (7ος-6ος αι. π.Χ.) η Αιξωνή φαίνεται ότι παρουσίαζε τη μορφή αγροτικής κοινότητας. Προς το τέλος του 6ου αι. π.Χ. οι Αιξωνείς, παρακινημένοι μάλλον από την αγροτική πολιτική του Πεισιστράτου, ξεχέρσωσαν και καλλιέργησαν εντατικά τα κτήματά τους. Κέντρο του οικισμού στους κλασικούς χρόνους γίνεται η περιοχή του Πυρναρί, όπου έχουν αποκαλυφθεί τα περισσότερα λείψανα κατοικιών αυτής της περιόδου. Από εκεί, δίπλα στον Αγ. Νικόλαο, περνούσε η αρχαία οδός προς το Σούνιο, διασχίζοντας το κέντρο του αρχαίου δήμου. Κατά μήκος της εκτείνονταν αξιόλογα κλασικά νεκροταφεία με επιβλητικά ταφικά μνημεία. Ο πληθυσμός, λοιπόν, είχε συγκεντρωθεί στο εσωτερικό, αλλά ποτέ δεν εγκαταλείφθηκε η παραλία, γιατί εκεί βρισκόταν το λιμάνι των Αιξωνέων (στον όρμο προς Β. της Πούντας). Κατά τη ρωμαϊκή και βυζαντινή περίοδο ο οικισμός απλώθηκε ή μετακινήθηκε προς την περιοχή της Πούντας, όπως δείχνουν σημαντικά οικοδομικά λείψανα των μεταχριστιανικών χρόνων. Από την αρχαιότητα ως τα τέλη του περασμένου αιώνα η περιοχή της Αιξωνής είχε διατηρήσει τον αγροτικό της χαρακτήρα. Ως το 1830 η έκταση της σημερινής Γλυφάδας ήταν δύο συνεχόμενα τουρκικά τσιφλίκια οχτώ και δύο ζευγαριών και περιλάμβανε την περιοχή από το Χασάνι ως τη Βούλα και από το δρόμο Αθηνών - Βάρης (στους πρόποδες του Υμηττού) ως τη θάλασσα.
Τα πρώτα σπίτια εμφανίζονται μετά το 1920 και λίγο αργότερα αρχίζει η τουριστική εκμετάλλευση της όμορφης παραλίας, ενώ η περιοχή έχει ήδη από τις αρχές του 20ου αι. μετονομαστεί σε Γλυφάδα, από κάποια πηγάδια με γλυφό νερό που υπήρχαν παλιότερα. Μια σύγχρονη λουτρόπολη αναπτύσσεται με γοργό ρυθμό. Το 1926 η περιοχή, που ως τότε ανήκε στην κοινότητα Μπραχαμίου, αποσπάται σε ανεξάρτητη Κοινότητα. Το διάταγμα της «αρχικής αναγνωρίσεως της Κοινότητας Γλυφάδος» είχε ημερομηνία 25.11.1926 και δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Το 1943 επέρχεται διοικητική μεταβολή με το Νόμο 239/43, οι κοινότητες Γλυφάδας και Ελληνικού καταργούνται και στη θέση τους δημιουργείται ο Δήμος Ευρυάλης με έδρα το συνοικισμό «Γλυφάδας». Δύο χρόνια αργότερα με αναγκαστικό νόμο ο Δήμος Ευρυάλης μετονομάζεται σε Δήμο Γλυφάδας. Έτσι καθιερώνεται η σημερινή του ονομασία. Με τον ίδιο νόμο αποσπάστηκε από τη Γλυφάδα και ανασυστάθηκε η κοινότητα Ελληνικού. Αποσπάσματα από το βιβλίο «ΓΛΥΦΑΔΑ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ ΚΑΙ ΜΝΗΜΕΙΑ» της ΕΛΕΝΗΣ ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΥ - ΚΟΝΣΟΛΑΚΗ
|